Κοιτάξτε αυτό !

Λέτε να "(συν)πέσει" στην Ελληνική Προεδρία του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ χερσαία επίθεση των ΗΠΑ/Ισραήλ στο Ιράν;

Λέτε να "(συν)πέσει" στην Ελληνική Προεδρία του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ χερσαία επίθεση των ΗΠΑ/Ισραήλ στο Ιράν; Ελπίζω να ...

Η Κύπρος, η Ελλάδα, ο Ελληνισμός ενόψει της νέας πενταμερούς


 

      Επιτροπή Κυπριακής-Ελληνικής Φιλίας και Συμπαράστασης στην Κύπρο

Η Κύπρος, η Ελλάδα, ο Ελληνισμός ενόψει της νέας πενταμερούς

Η άτυπη πενταμερής που προγραμματίζεται  να πραγματοποιηθεί από 27 έως 29 Απριλίου,  δεν αποτελεί μια απλή προπαρασκευαστική διαδικασία αλλά αντιθέτως, έχει πολύ σημαντικό πολιτικό  χαρακτήρα, ιδιαίτερα μετά τις ιταμές δηλώσεις του Ερντογάν περί «δύο κρατών» στην Κύπρο.

 

Η άτυπη και άνευ προϋποθέσεων πενταμερής δεν είναι διαδικαστικού χαρακτήρα συνάντηση και, ως εκ τούτου, εγκυμονεί κίνδυνους και παγίδες για την Κυπριακή Δημοκρατία. Η Τουρκία επιθυμεί να επιβάλλει ένα καθεστώς συνομοσπονδίας θέτοντας υπό την επικυριαρχία της το σύνολο του νησιού και βέβαια του πλούτου της Κύπρου, θαλάσσιου και μη.

 

Οι κυβερνήσεις της Ελλαδος και της Κύπρου  οφείλουν να βάλουν φραγμό στις προσπάθειες που καταβάλλει τμήμα της βρετανικής πολιτικής να εκβιαστεί και να «παραδοθεί» η Κυπριακή Δημοκρατία σε αυτά τα σχέδια. Παράλληλα, θα πρέπει οι δυο κυβερνήσεις να  επιμείνουν στην εμπλοκή των Μονίμων Μελών του Συμβουλίου της Ασφάλειας των Ηνωμένων Εθνών στην διαδικασία της πενταμερούς.

 

Η Επιτροπή θεωρεί τις παρακάτω 5 προϋποθέσεις ζωτικής σημασίας για οποιαδήποτε επανέναρξη μιας σοβαρής διαπραγμάτευσης:

 

Πρώτον, η ελληνική πλευρά θα πρέπει να μην αποστεί από την θέση  του  Γ.Γ. του ΟΗΕ, οπως αυτή εκφράστηκε στο Κραν Μοντανά ο οποίος έκανε αποδεκτή την ελληνική πρόταση περί κανονικού κράτους στην Κύπρο χωρίς εγγυήσεις και ξένα στρατεύματα.  

 

Δεύτερον, θα πρέπει να εντατικοποιηθεί, εκ νέου, μια δυναμική εκστρατεία διαφώτισης των κρατών-μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας και των κοινωνιών τους για την πραγματική φύση του Κυπριακού, ως προβλήματος παραβίασης του διεθνούς δικαίου και του καταστατικού χάρτη του ΟΗΕ με συνεχείς προκλητικές και παράνομες ενέργειες από την τουρκική πλευρά (ανακήρυξη ψευδοκράτους, προσπάθεια εποικισμού των Βαρωσίων, δημιουργία τετελεσμένων επι του εδάφους, παραβιάσεων κυριαρχικών δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας  κ.ά. ).

 

Τρίτον, οποιαδήποτε λύση θα πρέπει να βασίζεται στην συγκρότηση ενός κράτους της Κύπρου με μια κυριαρχία, όπου Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι θα ζουν αρμονικά και θα ευημερούν ως πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Θα πρέπει να εφαρμοστεί λύση που θα στηρίζεται αμιγώς στις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης και όχι λύση έξω και πέρα από τις διατάξεις του ευρωπαϊκού δικαίου.

 

Τέταρτον, εκφράζουμε  με κάθε τρόπο την συμπαράσταση και την αλληλεγγύη μας στους Τουρκοκυπρίους που βρίσκονται αντιμέτωποι με τον σκληρό αυταρχισμό της Άγκυρας, την καταπάτηση των δημοκρατικών δικαιωμάτων τους και την αλλοίωση των δημογραφικών, κοινωνικών και πολιτιστικών χαρακτηριστικών τους.

 

Πέμπτον, η ελληνική κυβέρνηση πρέπει να  σταματήσει να αντιμετωπίζει το Κυπριακό, δηλαδή τον ευρύτερο ελληνισμό, ως ένα βάρος. Αντίληψη που είχε και η Δεξιά στη δεκαετία του πενήντα.

 

Σε αυτούς τους άξονες η Ελλάδα οφείλει να στηρίξει και να συνδράμει στον αγώνα της Κυπριακής Δημοκρατίας για μια δίκαιη λύση του Κυπριακού και την μετατροπή της Μεγαλονήσου σε ένα κανονικό κράτος, χωρίς κατοχικά στρατεύματα και καθεστώς εγγυήσεων που  τελικά θα συμβάλλει στην ευημερία του συνόλου των νόμιμων κατοίκων της Κύπρου.  

 

                 Επιτροπή Κυπριακής-Ελληνικής Φιλίας και Συμπαράστασης στην Κύπρο

Διονύσης Παντής: Το ΥΠΕΞ αντιμετωπίζει φοβικά την Τουρκία

Διονύσης Παντής: Το ΥΠΕΞ αντιμετωπίζει φοβικά την Τουρκία

Τι σηματοδοτεί η παρουσία του Τσεσμέ στο Αιγαίο; Γιατί οι τουρκικές βλέψεις είναι παγκόσμιες και δεν περιορίζονται μόνο στην δική μας γειτονιά; Πώς χτίζεται η αποτροπή;

Για όλα αυτά μιλήσαμε με τον κ. Διονύση Παντή, Πρόεδρο της Ένωσης δικηγόρων για τα Εθνικά Θέματα και ιδρυτικό μέλος του ΠΡΑΤΤΩ.

Ο κ. Παντής υποστηρίζει ότι το υπουργείο Εξωτερικών διαχρονικά αντιμετωπίζει την Τουρκία φοβικά, με αποτέλεσμα να έχει παγιωθεί αυτή η αντιμετώπιση. Επισημαίνει δε ότι πρέπει να χτίσουμε αποτροπή. Η Τουρκία με την γαλάζια πατρίδα προωθεί σταθερά την πολιτική των ισλαμιστών του AKP επισημαίνει ο κ. Παντής και εκτιμά ότι αυτή η πολιτική θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια.

Συμφέρει ή όχι την Ελλάδα να πάει στη Χάγη; Η Ελλάδα σέβεται το διεθνές δίκαιο απαντά, και μπορεί να πάει, αλλά θα πρέπει να δούμε το πλαίσιο που θα τεθεί.

Δείτε ολόκληρη τη συνέντευξη:


https://www.youtube.com/watch?v=1gcG00lveF0


Οι επιπτώσεις του αποκλεισμού μας από την Διάσκεψη του Βερολίνου για τη Λιβύη και η Ελληνική αντίδραση


 Γράφει ο 

Διονύσης Παντής,

Δικηγόρος στον Αρειο Πάγο

Η διοργάνωση διεθνούς διάσκεψης που επιζητά νομιμοποίηση τελώντας υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, οφείλει να σέβεται τις αρχές του, μεταξύ των οποίων και την θεμελιώδη αρχή της αντιπροσωπευτικότητας του Οργανισμού. Ο Οργανισμός δεν συντίθεται από αρεστά μέλη, αποκλείοντας τους μη αρεστούς κατά το δοκούν των «οργανωτών» του, αλλά από το σύνολο των κρατών μελών. Αυτή η αρχή κρίθηκε απαραίτητη για την επιτέλεση των σκοπών του και αποτελεί έκτοτε θεμέλιο της λειτουργίας του.

Η Ελλάδα είναι κράτος που γειτνιάζει με την Λιβύη (βρίσκεται απέναντι από τμήμα των λιβυκών ακτών στην Μεσόγειο), έχει στην περιοχή βαθύς πολιτισμικούς και πολιτικούς δεσμούς, αναφερόμενους στην αρχαία αλλά και στην πολύ πιο σύγχρονη ιστορία της, η εξωτερική της πολιτική την έχει καταστήσει αξιόπιστο συνομιλητή, εταίρο και σύμμαχο σε κράτη της Μεσογείου που άμεσα επηρεάζονται από την Λιβυκή κρίση (πχ Αίγυπτο). Η νεοοθωμανική στρατιωτική παρέμβαση ακόμη προσδίδει ευρύτερη σημασία στη Λιβυκή κρίση καθιστώντας την ζωτικής σημασίας περιφερειακό ζήτημα ασφάλειας της λεκάνης της Μεσογείου. Η Ελλάδα αξιόπιστη, επιθυμητή από πολλούς και αναγκαία συμμετέχουσα και έμπιστη μεσολαβήτρια μπορεί να εξασφαλίσει τα συμφέροντα της και να λειτουργήσει και ως παράγοντας προαγωγής της Ευρωπαϊκής ασφάλειας φτάνει αυτό να γίνει κατανοητό (και να είναι επιθυμητό) από τους ηγεμονεύοντες στην ΕΕ και τους κυβερνώντες στην Ελλάδα  .

Η άρνηση πρόσκλησης της χώρας μας στην σχεδιαζόμενη διάσκεψη αποτελεί ένδειξη μεροληπτικής διπλωματίας και διαμεσολάβησης, μέσω επιλεκτικών αποκλεισμών. Μη λαμβάνοντας υπόψη την πραγματική κατάσταση της περιοχής, η μεροληψία αυτή εκ των πραγμάτων καθιστά επιφυλακτικούς και τους εν τέλει προσκεκλημένους, οι οποίοι λογικά αναζητούν την σκοπιμότητα. Αυτή λοιπόν η μεροληψία και η επιφυλακτικότητα που δημιουργεί η υποκρυπτόμενη σκοπιμότητα αποτελεί παράγοντα αρνητικό για την εξέλιξη της ίδιας εν τέλει της Διάσκεψης. Χαρακτηριστική είναι η δήλωση που εμπεριέχει την έκπληξη του Στρατάρχη Χαφτάρ και του Λιβυκού Εθνικού Στρατού (LNA) για την μη πρόσκληση της Ελλάδας : “Ρωτάμε γιατί η Ελλάδα δεν έχει προσκληθεί στις συνομιλίες του Βερολίνου. Μήπως δεν είναι η Ελλάδα μία από τις χώρες που επηρεάζονται περισσότερο από αυτή τη σύγκρουση;». Και να θυμίσω ότι είναι μόλις λίγες ημέρες από την αποχώρηση του Στρατάρχη από την Μόσχα σε εκεί προσπάθεια μεσολάβησης της Ρωσίας με την Τουρκία. Σημειωτέον  είναι ότι εκεί δεν ισχυρίζονταν οι διοργανωτές ή ζητούσαν να τεθεί η μονομερής τους ενέργεια υπό την αιγίδα του ΟΗΕ όπως φιλοδοξεί το Βερολίνο προβάλλοντας την προσωρινή ιδιότητα του του μη μονίμου μέλους του ΣΑ.

Η Ελλάδα είναι λοιπόν σημαντικός παράγοντας για την εξυπηρέτηση του «εκφρασμένου» στόχου της Διάσκεψης, της ειρήνευσης δηλαδή στην περιοχή.

Όποιος όμως θέλει να εξυπηρετήσει αμιγώς συμφέροντα της εθνικής τους εξωτερικής πολιτικής, τα οποία είναι αντίθετα ή συγκρούονται με τα συμφέροντα άλλων κρατών και επιδιώκει να μην τα λάβει υπόψη του ή να δημιουργήσει de facto κατάσταση αποκλείοντας επιλεκτικά, δεν μπορεί υποκριτικά να καλύπτει τις επιδιώξεις του και με την αιγίδα του ΟΗΕ !

Πολλώ δε μάλλον ο ελληνικός αποκλεισμός αυξάνει την καχυποψία επειδή με την διοργανώτρια Γερμανία η Ελλάδα συνδέεται με ισχυρούς εταιρικούς δεσμούς καθώς συναποτελούν Κράτη Μέλη της ΕΕ στην οποία έχουν εναποθέσει την εξυπηρέτηση ζωτικών συμφερόντων τους. Εξαιτίας της σημασίας της στρατηγικής αυτής συμμετοχής για την εξυπηρέτηση θεμελιωδών κρατικών συμφερόντων η ΕΕ  διέπεται από αρχές μεταξύ των οποίων αυτή της κοινοτικής αλληλεγγύης.

Η Ελλάδα μάλιστα έχει θέσει υπόψη και της Γερμανίας αλλά και των λοιπών εταίρων της στην ΕΕ ότι η παράνομη Τουρκική ενέργεια συνομολόγησης ψευτοοριοθέτησης ΑΟΖ με την «κυβέρνηση» της Λιβύης υπό τον Σαράτζ, ενός από τα δύο μέρη της Λιβυκής ένοπλης κρίσης αγνοεί τα κυριαρχικά δικαιώματα των νησιών της στις θαλάσσιες ζώνες τους βάσει του δικαίου της θάλασσας τα οποία αποτελούν μέρος της Ελληνικής και Ευρωπαϊκής επικράτειας. Επιπρόσθετα, η Τουρκία, επεμβαίνοντας στρατιωτικά στην Λιβύη αποτελεί και γιαυτό τον λόγο αποσταθεροποιητικό παράγοντα στην περιοχή. Το δε σταθεροποιητικό ρόλο της Ελλάδας αναγνωρίζουν και προσβλέπουν σε αυτόν τόσο ο Στρατάρχης Χαφτάρ όσο και γείτονες χώρες στην περιοχή.

Η ΕΕ φαίνεται να επιδιώκει την εμβάθυνση της στρατιωτικής συνεργασίας των κρατών μελών τους ώστε να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις  του διεθνούς ανταγωνισμού εξασφαλίζοντας υπό ευνοϊκότερους όρους τα κυριαρχικά τους συμφέροντα.

Υπό το πρίσμα των παραπάνω είναι εύλογο το ερώτημα του Στρατάρχη Χαφτάρ αλλά και οι ανησυχίες εμάς των Ελλήνων για το τι εν τέλει «σημαίνει» η πρωτοφανής αυτή υποτίμηση της Ελλάδας   από την διοργανώτρια εταίρο μας Γερμανία. Έτι περαιτέρω μάλιστα, την ανησυχία αυτή επιτείνει το γεγονός ότι η Γερμανία επιδιώκει να ηγηθεί του Ευρωπαϊκού εγχειρήματος και το εύλογο ερώτημα είναι τι σημαίνει η στάση αυτή για την  προάσπιση των εθνικών μας συμφερόντων όντας μέλος της ΕΕ.

Από την άλλη πλευρά ανησυχία δημιουργεί και η διαφαινόμενη αδυναμία της νέας Ελληνικής Κυβέρνησης να εξασφαλίσει την αξιοπρεπή και ανάλογη των διακυβευόμενων συμφερόντων της εκπροσώπηση της. Ανησυχία προκαλεί επίσης ότι μέχρι σήμερα δεν έχει επίσημα αντιδράσει όπως την υποχρεώνει η ένταση της υποτίμησης, η ιστορία και η ευθύνη εκπροσώπησης της χώρας.

Την ιδιαίτερη θέση της η Ελλάδα στον κόσμο και την περιοχή την έχει λάβει εκ των αγώνων για ανεξαρτησία, εθνική κυριαρχία και δημοκρατία και την ιστορία της. Ουδείς δύναται να την αμφισβητήσει φτάνει η ίδια να είναι αποφασισμένη να την προασπίσει. Και αυτό είναι ζήτημα και υποχρέωση της εκλεγμένης του κυβέρνησης  και του ελληνικού λαού.

Ο πρώην ΥΠΕΞ κος Νίκος Κοτζιάς αρθρογράφησε στη Καθημερινή της Κυριακής  στις 8/12/2019 σχετικά με το θέμα της ψευτοοριοθέτησης και της επιβεβλημένης Ελληνικής σοβαρής, πραγματικής και σθεναρής εναντίωσης, η οποία δίνει σε φίλους και εχθρούς το σαφές μήνυμα ότι η χώρα είναι αποφασισμένη να διασφαλίσει τα κυριαρχικά δικαιώματα της και στην βάση αυτή είναι αξιόπιστος σύμμαχος (και όχι a priori -και παθητικά-  predictable).

Εκ των πολύ πρακτικών και άμεσων εννέα συμβουλών του και σε σχέση με το αναφυόμενο θέμα, ιδιαίτερη σημασία έχει η αναφορά του ότι: « … η κυβέρνηση όφειλε να προωθήσει μέτρα οικονομικών και διπλωματικών κυρώσεων από την Ε.Ε. εις βάρος της Λιβύης μέχρι την ακύρωση της συμφωνίας. Αυτό δύναται να στηριχθεί στο ότι πετύχαμε πριν από δύο χρόνια τη δέσμευση του συμβουλίου των ΥΠΕΞ της Ε.Ε. να αποτελεί κριτήριο το διεθνές δίκαιο της θαλάσσης έναντι τρίτων.» Επίσης σε ανάρτηση του σε σόσιαλ μίντια (TWEETER) αναφέρει ότι «Οταν Ιταλοί ετοίμαζαν διασκεψη Παλέρμο για Λιβύη τους έστειλα προκαταβολικά σαφές μήνυμα. Χωρίς παρακάλια: “καμία απόφαση δεν θα προχωρήσει αν δεν κληθεί η Ελλάδα. Αλλιώς το βέτο θα είναι στο τραπέζι Συμβουλιου ΥΠΕΞ ως προς θέματα διάσκεψης”. Έτσι οφειλαν να κινηθούν και τώρα»

Η κυβέρνηση κατ΄ ελάχιστον πρέπει να διαμηνύσει προς όλους τους ενδιαφερόμενους ότι από την στιγμή που τα νόμιμα συμφέροντα και οι ανησυχίες της δεν λαμβάνονται υπόψη αίρει προσωρινά την υποστήριξη -επί τη βάση του consensus (το οποίο δεν υφίσταται πλέον)- κάθε υποστηρικτικού προς την “κυβέρνηση” της Λιβύης μέτρου και ζητά την προώθηση οικονομικών και διπλωματικών κυρώσεων. Δυστυχώς η σιωπή της κυβέρνησης δείχνει ότι παραμένει πιστή στην αδράνεια και την μεταφυσική  λατρεία της «προβλεψιμότητας». Έτσι όμως δεν προασπίζονται τα εθνικά συμφέροντα και οι αναγκαίες συμμαχίες της χώρας.

Επίσης άμεσης ανάγκης και η προτροπή του πρώην ΥΠΕΞ  «να σοβαρευτούν οι κυβερνητικοί και να σταματήσουν να χασκογελούν όταν μιλούν για τη «διπλωματία των κανονιοφόρων» που προωθεί η Τουρκία στην κυπριακή ΑΟΖ, ακόμα και στην αιγιαλίτιδα ζώνη της. Αν δεν έμαθαν τίποτα από τη συμπεριφορά της Τουρκίας στη Συρία, τότε μάλλον δεν έχουν καταλάβει ούτε τα στοιχειώδη που απαιτεί η εξωτερική πολιτική της χώρας.» Για αυτούς που δε είναι «μελετηροί» ή αδυνατούν να αντιληφθούν την πραγματικότητα, ως γίγνεσθαι και αρέσκονται σε ούτως ή άλλως αποτυχημένα στερεότυπα σκέψης του παρελθόντος καθηλωμένοι στην αντίληψη της ελέω θεού αριστείας, να τους θυμίσουμε ότι η Τουρκία προέβη σε τρείς επεμβάσεις στρατιωτικές στην Συρία, ακόμη και με την «άρνηση» των ΗΠΑ και ότι στην Συρία έχουν «κληρονομήσει» ένα παραστρατιωτικό σώμα «πεινασμένο» για συρράξεις, που χρησιμοποιούν και στην Λιβύη, μαζί με αρκετά άλλα που θα έπρεπε να ενδιαφέρουν και ανησυχούν τους γελώντες, αλλά ας μην … τους κουράσουμε περαιτέρω για την ώρα.

Το άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στο militaire.gr στις 17.1.2020. Ακολουθήστε τον παρακάτω σύνδεσμο:

https://www.militaire.gr/oi-epiptoseis-toy-apokleismoy-mas-apo-tin-diaskepsi-toy-verolinoy-kai-i-elliniki-antidrasi/?fbclid=IwAR190ZFFu9_PgaNrjlkIp78UvI8q0zIajS850dq7-GuD8dQz-lsof2x3UDw


Η Συρία «σχολείο» για τη νέα (;) πραγματικότητα στις διεθνείς σχέσεις;


 

Η Συρία «σχολείο» για τη νέα (;) πραγματικότητα στις διεθνείς σχέσεις;

Του Διονύση Παντή, Δικηγόρου Αθηνών*

Ξεκινώντας από τον (προ της κρίσης) γεωπολιτικό και γεωοικονομικό (ενέργεια) αναθεωρητισμό του καθεστώτος Ασαντ και τις μοιραίες επιπτώσεις του, η «τύχη» της Συρίας κλειδώνει με την εισαγωγή της «ιδεολογίας» του ισλαμιστικού εξτρεμισμού που σαρώνει στο πέρασμα της  κάθε άλλη ιδεολογία (μπααθισμό, μαρξισμό, κανταφισμό κλπ). Επακόλουθο: η καταστροφή της χώρας είναι σχεδόν ολοκληρωτική.

Η αιφνιδιαστική και αποφασιστική πολιτικά και επαρκής στρατιωτικά προβολή ισχύος της Ρωσίας στην Συρία αλλάζει τα δεδομένα στο έδαφος (game changer). Διασώζει το καθεστώς Ασαντ (επιτρέποντας του στο έδαφος νίκες) και «γεμίζει» το κενό εξουσίας και ισχύος στην περιοχή, αλλάζοντας τα δεδομένα και εξαναγκάζοντας άπαντες να προσαρμοστούν. Η απειλή συμβατικής αντιπαράθεσης και ανάσχεσης της Ρωσικής επέμβασης (με την σύμφωνη γνώμη και πρόσκληση  του καθεστώτος Ασαντ) αποτρέπεται με την οριοθέτηση από την Ρωσία των ορίων πέραν των οποίων είναι αποφασισμένη και προτίθεται να κάνει ακόμη και χρήση του πυρηνικού της οπλοστασίου. Αποτέλεσμα η αναδίπλωση του ενισχυμένου (για να επιτελέσει τον στόχο της συμβατικής ανάσχεσης της Ρωσίας) 6ου στόλου –επί Προεδρίας Ομπάμα – και ο περιορισμός χτυπημάτων σε ειδικούς στόχους και για ψυχολογικούς ιδίως λόγους. Η Ρωσία που κατέβηκε η ίδια στο έδαφος αποφασιστικά «βράχηκε» και καθώς οι υπόλοιποι μεγάλοι επιθυμούν θριάμβους χωρίς να εμπλακούν οι ίδιοι, κεφαλαιοποιεί την προσηλωμένη στους αντικειμενικούς πολιτικούς στόχους δράση της ακόμη και με την Σαουδική Αραβία που υπογράφει συμφωνίες και κερδίζει συμβόλαια, αναγκάζει της Σαουδαραβική στρατιωτική μπάντα να «μάθει» τον ρωσικό εθνικό ύμνο και δέχεται ο πρόεδρος Πούτιν από Σαουδάραβες δημοσιογράφους ερωτήσεις για το εάν προτίθεται να …μεσολαβήσει στο Ιράν …

Το Ιράν προσπαθεί να αυξήσει την επιρροή μέχρι και το Λίβανο δημιουργώντας εν τοις πράγμασοι μεταξύ ΙΡΑΝ και Λιβάνου μία περιοχή που διευκολύνει την επιρροή και ροή στρατιωτικών μέσων, ενισχύοντας την αποτρεπτική στρατηγική του έναντι δυνητικής επιθέσεως στο έδαφος του. Ταυτόχρονα ενισχύει έτι περαιτέρω την θέση της Ρωσίας η οποία γίνεται πλέον παράγοντας περιορισμού της δράσης του Ιράν στην περιοχή (πχ διασφάλιση ότι η Ιρανική παρουσία θα είναι πέραν των 50 χιλιομέτρων από τα Ισραηλινά σύνορα στην Συρία κα).

Η Τουρκία που 1)  αισθάνεται ότι απειλείται από την γενικευμένη αναδιάταξη που επιχειρήθηκε στην Μέση Ανατολή και πιστεύει ότι στα πλαίσια αυτά προωθείται δημιουργία Κουρδικού Κράτους (ή όπως συνηθίζεται να ονομάζεται «κουρδικού διαδρόμου» από το Ιρακινό Κουρδιστάν μέχρι την Μεσόγειο Θάλασσα) και 2) εμφορείται από νεοοθωμανικές και τουρκοισλαμιστικές φιλοδοξίες επανακατακτήσεως των … απολεσθέντων, ονειρεύεται επανακαθορισμό των συνόρων της ώστε τα πραγματικά της σύνορα (Συνθήκη της Λωζάννης) να ταυτιστούν με αυτά της καρδιάς της (κατ΄ αρχήν τα του Εθνικού Όρκου της τελευταίας, πριν την κατάρρευση, οθωμανικής «συνέλευσης»). Επεμβαίνει στρατιωτικά όπου βρίσκει κενό ισχύος (ΙΡΑΚ –ΣΥΡΙΑ) και αποτρέπει (κατ΄ αρχήν) την δημιουργία Κουρδικού Κράτους, εξασφαλίζοντας κατά την γνώμη της την συνοχή της νότιας – νοτιανατολικής  Τουρκίας.

Οι Η.Π.Α. προσαρμόζονται στη νέα πραγματικότητα που δημιουργεί η Ρωσική παρουσία στη Συρία δίδοντας την ευκαιρία στον Πρόεδρο Τράμπ, μετά μάλιστα την κίνηση της διαδικασίας αποπομπής του από το Αμερικανικό Κογκρέσο, αποδεσμευμένος πλέον στον πόλεμο του εναντίον του «κατεστημένου» της Ουάσιγκτον ενόψει των εκλογών του επόμενου φθινόπωρου, να ξετυλίξει την εξωτερική του πολιτική (και σε όποιον δεν καταλαβαίνει από λόγια και με … παράδειγμα): Οι Η.Π.Α. δεν είναι πλέον διατεθειμένες να εμπλέκονται σε «χαζούς» πολέμους ανά τον κόσμο, καθώς αυτή η δράση «κοστίζει» και επιβαρύνει τον αμερικανό φορολογούμενο. Περαιτέρω ο Πρόεδρος Τράμπ επισημαίνει ότι είναι απαράδεκτο για τις ΗΠΑ να πληρώνει αυτή το λογαριασμό για την τήρηση της παγκόσμιας ασφάλειας «δωρεάν». Γιαυτό ζητά –με τους οιονεί προστατευόμενους –  την σύναψη νέων εμπορικών συμφωνιών που κινούνται πέραν των παραδοσιακών ευνοϊκών διευθετήσεων για το παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο (χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, ασφάλειες, IPR, χρηματοοικονομικές υπηρεσίες κλπ) ώστε να περιλαμβάνουν και ρυθμίσεις προστασίας των αμερικανών παραγωγών των λεγομένων “tangible goods” από την πολεμική βιομηχανία μέχρι κάθε παραγόμενο στις Η.Π.Α εμπορεύματος οι οποίοι προσφέρουν θέσεις εργασίας στους αμερικανούς πολίτες. Επίσης απαιτεί οι Ευρωπαίοι να πληρώσουν το «δίκαιο» μερίδιο τους σε στρατιωτικές δαπάνες καθώς πλέον δεν υπάρχει «δωρεάν φαγητό» (ασφάλεια εν προκειμένω). Επισημαίνει δε, στην όπως είπαμε διδακτική περίπτωση της Συρίας, ότι οι Η.Π.Α. είναι 7.000 μίλια μακριά από την Συρία, σε αντίθεση με την Ευρώπη που η Συρία βρίσκεται στην άμεση γειτονιά της. Είναι λοιπόν «άδικο» για τις ΗΠΑ να πληρώνουν για την ασφάλεια της Ευρώπης. Και βέβαια οι «πονηροί» Ευρωπαίοι θα ελέγχονται πλέον εάν πράγματι οι στρατιωτικές τους δαπάνες που ανακοινώνουν είναι αληθινές και οι «απαιτούμενες»: θα προστεθούν στο ποσοτικό κριτήριο του 2% του ΑΕΠ σε στρατιωτικές δαπάνες και «ποιοτικά» χαρακτηριστικά όπως αυτό του ποσοστού 20% των στρατιωτικών δαπανών να πηγαίνει σε «βαρύ» στρατιωτικό υλικό (εννοείται στο μεγαλύτερο ποσοστό του προερχόμενο  από τις ΗΠΑ) όπως για μία ακόμη φορά το πρώτον παρουσιάστηκε το κριτήριο αυτό στη Ελληνοαμερικανική Στρατηγική Συμφωνία που υπογράφηκε προ ολίγων ημερών. «Θυμίζει» επίσης πόσο κοστίζει να κρατά φυλακισμένους τους δολοφόνους του ISIS, των οποίων η φύλαξη είναι πλέον ευθύνη των «υπέροχων» κούρδων ή του «σκληρού ηγέτη» Ερντογάν ( ή όποιου άλλου ήθελε ..). Και για όσους ανεπίδεκτους μαθήσεως ακόμη δεν καταλαβαίνουν σχεδόν ταυτόχρονα με την απομάκρυνση των αμερικανών στρατιωτών από την Συρία ανακοινώνει και στέλνει 3000 στρατιώτες στη σύμμαχο Σαουδική Αραβία η οποία προφανώς είναι «καλή» αφού πληρώνει το λογαριασμό με το παραπάνω.

Το Ισραήλ είναι ίσως ο μόνος διεθνής παράγοντας που ενσωματώνει ταχέως τα μηνύματα (και προσαρμόζεται .. ανάλογα). Αλλωστε οι μεγάλοι ηγέτες τους που τους οδήγησαν στην δημιουργία του Ισραηλινού κράτους τους δίδαξαν τη σημασία του να στηρίζονται κυρίως στις δικές τους δυνάμεις αν θέλουν να είναι ελεύθεροι και κυρίαρχοι. Το Ισραήλ πρέπει να στηρίζεται στις δικές του δυνάμεις συμπέρανε από τις εξελίξεις και δήλωσε δημόσια  ο Νετανιάχου.

Α … συγνώμη και κάτι τελευταίο: όσον αφορά τους Κούρδους απλά είναι πρόβλημα τους η τουρκική εισβολή και η άμυνα τους έναντι της. Υπερασπίζονται τα εδάφη τους. Αυτή είναι «δική τους δουλειά».  Οι Η.Π.Α. τους βοήθησαν όσο έκαναν την δική τους (που τυχαίνει να είναι κοινή) δουλειά, την εξολόθρευση του ISIS. Αυτός ο σκοπός επετεύχθη 100% (κατά τον Πρόεδρο Τράμπ ο «σκοπός» και «το αποτέλεσμα»).

Mission accomplished λοιπόν!   Lessons learned?   To be continued …

 Δημοσιεύτηκε στο militaire.gr στις 30.10.2019

https://www.militaire.gr/i-syria-quot-scholeio-quot-gia-ti-nea-pragmatikotita-stis-diethneis-scheseis/

Ελληνοτουρκικά: Το βαρύ τίμημα της αδράνειας


 

Ελληνοτουρκικά: Το βαρύ τίμημα της αδράνειας

Γράφει ο Διονύσης Παντής, Δικηγόρος στον Άρειο Πάγο

Ο τουρκικός αναθεωρητισμός σε Αιγαίο, Κύπρο και Ανατολική Μεσόγειο έχει μακρά ιστορία. Σε αυτή τη συγκυρία παρουσιάζεται σε μια από τις ποιο επιθετικές του στιγμές, με διευρυμένες απαιτήσεις – «διεκδικήσεις» σε όλο σχεδόν το φάσμα των ζωτικών Ελληνικών Εθνικών συμφερόντων και εθνικής κυριαρχίας, καθιστώντας την Τουρκία επικίνδυνο αναθεωρητικό κράτος (revisionist state) για την ελληνική εθνική ασφάλεια αλλά και την παγκόσμια τάξη (καθώς έχει παγκόσμιας εμβέλειας αναθεωρητικές φιλοδοξίες).

Σε προγενέστερη αρθρογραφία  έχουμε προσπαθήσει να εξηγήσει τον σύγχρονο τουρκικό αναθεωρητισμό στα πλαίσια της τουρκοϊσλαμικής ιδεολογίας (μετακεμαλική – μετακοσμική Τουρκία).

Αιχμή του τουρκικού δόρατος το θεώρημα της Γαλάζιας Πατρίδας (MAVI VATAN) που περιλαμβάνει όλες τις θαλάσσιες διεκδικήσεις της ισλαμικής νέο-οθωμανικής Τουρκίας, νοσταλγού του Ισλαμικού Χαλιφάτου, σε Αιγαίο και Μεσόγειο.

Ακραία επιχειρούμενη πρακτικά πλέον εφαρμογή του θεωρήματος ΑΚΑΡ η συνομολόγηση του Τουρκολιβυκού Μνημονίου.

Η πειρατική ψευτοοριοθέτηση δεν είναι αντίθετη μόνον στις ρυθμίσεις του δικαίου της θάλασσας (γραπτό – εθιμικό δίκαιο και νομολογία διεθνών δικαστηρίων) αλλά και σε αντικειμενικούς γεωγραφικούς περιορισμούς (αρκεί οποιοσδήποτε ειδήμονας ή όχι να δει τον χάρτη).

Όμως η «παράλογη» αυτή «διμερής» διεθνή σύμβαση, ανεξάρτητα της τυπικής και ουσιαστικής νομιμότητας που έχει ή στερείται, αποτελεί για την Ελλάδα στρατηγική αμφισβήτηση των δικαιωμάτων της διότι, μεταξύ άλλων:

  • Αποτελεί έκφραση υφιστάμενου πραγματικού σχεδιασμού κρατικής πολιτικής του νέου τουρκοϊσλαμικού καθεστώτος να αναθεωρήσει καταργώντας (τετελεσμένα σε δήθεν «γκρίζες ζώνες), περιορίζοντας  ή/και καταστόντας άνευ αντικειμένου τα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας σε ξηρά – αέρα – θάλασσα (στρατηγικός αντικειμενικός στόχος σήμερα η φιλανδοποίηση της χώρας, αμφισβήτηση της κυριαρχίας της και η αποτροπή από την εφαρμογή των δικαιωμάτων  της Ελληνικής Πολιτείας).
  • Υποστηρίζεται στο «πεδίο» (εκτός από το «τραπέζι») από την ωμή στρατιωτική ισχύ και τις μεθοδικά σωρευμένες αυτόνομες δυνατότητες της επιστημονικής έρευνας υφαλοκρηπίδας και γεωτρήσεων με αποκλειστικά ίδια μέσα (σήμερα).
  • Ενισχύεται από την ευρύτερη τάση περιφερειακού και παγκόσμιου αναθεωρητισμού από τις γνωστές αναθεωρητικές δυνάμεις, αλλά και κατά τρόπο παράδοξο και από ισχυρούς συμμαχικούς παράγοντες του διεθνούς συστήματος που προωθούν από την δεκαετία του 70 μία συνολική δυσμενή για την Ελλάδα Ελληνοτουρκική διευθέτηση.
  • Εκμεταλλεύεται την διαχρονική ανιστόρητη φοβικότητα μεγάλου μέρους της Ελληνικής πολιτικής ελίτ και την έλλειψη αξιόπιστης κρατικής διακομματικής συναίνεσης εθνικής στρατηγικής.

Το τουρκολιβυκό μνημόνιο αποτελεί εχθρική ενέργεια και κατά το ότι στοχεύει να ματαιώσει την Ελληνική Πολιτική στην Αν. Μεσόγειο, όπως αυτή είχε εξελιχθεί κατά το πρόσφατο παρελθόν. Η πολιτική αυτή ταυτόχρονα 1. Προστάτευε και ενίσχυε τις προσπάθειες της Κυπριακής Δημοκρατίας η οποία αφού οριοθέτησε τις θαλάσσιες αποκλειστικές οικονομικές ζώνες της επιχειρεί να τις αξιοποιήσει και εμπορικά, παρέχοντας άδειες έρευνας και εκμετάλλευσης σε διεθνείς εταιρίες διαμερισματοποιημένων θαλασσίων τεμαχίων της ΑΟΖ της, 2. Δημιουργούσε βήμα – βήμα τις απαραίτητες συμμαχίες με κλειδιά την στρατηγική σχέση με τις ΗΠΑ και τις τριμερείς συνεννοήσεις με περιφερειακές δυνάμεις (ιδίως Ισραήλ και Αίγυπτο) στα πλαίσια και του σχεδιασμού του EASTMED, τις συνεργασίες με ΗΠΑ, Γαλλία, Ισραήλ και Αίγυπτο για την δημιουργία πολυμερούς πλαισίου ασφαλείας και συνεργασίας εκμετάλλευσης των πόρων της Ανατολικής Μεσογείου (με δυνατότητες συμμετοχής και της Τουρκίας υπό τον αυτονόητο όρο του σεβασμού των νομίμων δικαιωμάτων των υπόλοιπων περιφερειακών κρατών με δικαιώματα ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο επ ωφελείας των λαών των δικαιούχων χωρών και της ασφάλειας στην περιοχή).

Το τουρκολιβυκό λοιπόν μνημόνιο αποτελεί μια εν τοις πράγμασι «σφήνα» σε αυτή την πολιτική. Δίνει  το τουρκικό μήνυμα ότι αποτελεί την ηγεμονική δύναμη που πρέπει να έχει πρωτεύοντα ρόλο στην επιχειρούμενη αξιοποίηση των πόρων της Ανατολικής Μεσογείου στηριζόμενη στην πολιτική της δύναμης της ισχύος, του κενού ισχύος που παρατηρείται στην συγκυρία και δίνει την δυνατότητα να «καλύψει» και την μείωση της δυτικής επιρροής, παρέχει την «νομιμοποιητική» βάση στις αρπακτικές (  predator) διεκδικήσεις της, καθώς πιστεύει ότι είναι ικανή να τις επιβάλλει. Δημιουργεί δηλαδή την επίφαση της νομιμότητας για την προβολή των απαιτήσεων της που στηρίζονται στην (φαινόμενη ή φανταστική ή πραγματική) ισχύ της.

Η Ελληνική κυβέρνηση υποτίμησε την πασίδηλη σημασία του Τουρκολιβυκού μνημονίου.

Είχε δε ήδη δείξει πρωτοφανή αφέλεια στον προληπτικό χειρισμό της εύκολα διαγνώσιμης τουρκικής στρατηγικής.

Ο Έλληνας ΥΠΕΞ είχε ζητήσει και είχε λάβει, όπως είπε, προφορικές διαβεβαιώσεις από την Λιβυκή πλευρά, διαβεβαιώσεις που δεν «τήρησαν», ότι δεν θα προέβαιναν στην συνομολόγηση μιας τέτοιας συμφωνίας (sic). Πείσθηκε ότι αυτό ήταν. Κατόπιν παρουσιάσθηκε ως εξαπατημένος και αιφνιδιαζόμενος, ως μη όφειλε, από την εύκολα προβλέψιμη ενέργεια. Τα ταξίδια Σαράτζ στην Τουρκία και τανάπαλιν, οι υπαρξιακού χαρακτήρα ανάγκες στήριξης της ομάδας Σαράτζ – GNA από οποιονδήποτε πρόθυμο, η Τουρκική καταγωγή Σαράτζ, οι δηλωτικές παράνομες στρατιωτικές ενισχύσεις και η συνακόλουθη αύξηση της πολιτικής επιρροής της Τουρκίας στην Λιβύη, υποτιμήθηκαν θανάσιμα.

Αλλά και μετά την συνομολόγηση, δεν ανεγνώσθηκε ορθά η στρατηγικού χαρακτήρα πρόκληση. Θεωρήθηκε φαιδρή και αντιμετωπίσθηκε με γέλωτες οι οποίοι κόπηκαν όταν καθυστερημένα άρχισαν να καταλαβαίνουν οι «άριστοι» «επαΐοντες» τι είχε συμβεί. 

Υποτιμήθηκε  αυτάρεσκα ως απέλπιδα προσπάθεια της Τουρκίας να επωφεληθεί από ένα αδύναμο καθεστώς που παρέπαιε όπως «διέγνωσκαν» οι σύμβουλοι εθνικής ασφαλείας του Έλληνα  Πρωθυπουργού. Δεν μελετήθηκε και αναλύθηκε σωστά το παράδειγμα της Συρίας. Υποτιμήθηκαν οι Τουρκικές δυνατότητες να υποστηρίξει αποτελεσματικά τον προστατευόμενο της. Γιαυτό η Ελλάδα αντέδρασε σπασμωδικά, αδόκιμα και όχι αποτελεσματικά.

Έτσι δεν πέρασε το μήνυμα ότι είναι αποφασισμένη να αποτρέψει τους τουρκικούς σχεδιασμούς, «έπαιξε» στο επίπεδο της επικοινωνίας με τον Χαφτάρ, απέλασε τον Λίβυο  πρέσβη που επρόσκειτο στον GNA, δηλαδή της αδύναμης πλευράς του «διμερούς» μνημονίου, ενισχύοντας διεθνώς την επιβλαβή εικόνα της φοβικής αντιμετώπισης της Τουρκίας.

Όμως όλοι γνώριζαν ότι η Τουρκία βέβαια ήταν η πραγματική απειλή … Η Ελληνική κυβέρνηση φάνηκε στην κρίσιμη αυτή φάση της τουρκικής κλιμάκωσης απροετοίμαστη και απρόθυμη να ανασχέσει την στρατηγικού χαρακτήρα πρόκληση της Τουρκίας: φοβήθηκε τις Γερμανικές και Ιταλικές αντιδράσεις και δεν επιχείρησε το πάγωμα των οικονομικών ενισχύσεων της ΕΕ προς την Λιβύη, δεν αντέδρασε στον προκλητικό αποκλεισμό της χώρας από την διάσκεψη του Βερολίνου όπου ο Ερντογάν παρουσιάσθηκε ως ο καθοριστικός παράγοντας, δίδοντας του το χρόνο μεθοδικά να ενισχύσει τον GNA, αλλάζοντας καθοριστικά τους συσχετισμούς στο έδαφος υπέρ του και εδραιώνοντας την τουρκική επιρροή στην Λιβύη. Δεν έλαβε έγκαιρες πρωτοβουλίες να ενεργοποιήσει τα συγκλίνοντα συμφέροντα Αιγύπτου και Γαλλίας σε μια αξιόπιστη στρατηγική ανάσχεσης της Τουρκίας στην Λιβύη, περιμένοντας εσφαλμένα να λειτουργήσουν από μόνα τους τα πράγματα υπέρ της Ελλάδας …

Η Ελλάδα παρατηρούσε τους Τούρκους στην Λιβύη, την μεταφορά πολλών χιλιάδων εμπειροπόλεμων εγκληματικών ισλαμιστικών στοιχείων από την Συρία, το στρατιωτικό υλικό και προσωπικό που μεταφέρονταν με όλους τους τρόπους.

Η Τουρκία σταθεροποιούσε το καθεστώς και ταυτόχρονα σταθεροποιούσε την δυνατότητα της να διεκδικεί ΑΟΖ έξι μίλια από την Κρήτη. Προσπαθεί περαιτέρω να παρουιαστεί ως  παράγοντας «προστασίας» Αμερικανικών, Γερμανικών, Ιταλικών και Ισπανικών γεωπολιτικών και εμπορικών συμφερόντων στην Λιβύη αλλάζοντας την ποιότητα των σχέσεων με τις χώρες αυτές.

Η Τουρκία έκπληκτη όχι μόνον από την έλλειψη αντίδρασης της Ελλάδας προωθούσε την ρηξικέλευθη  και ριψοκίνδυνη επιχείρηση της.

Η ελληνική πολιτική ηγεσία (στην στενή και ευρύτερη έννοια) κοιμόνταν τον ύπνο του δικαίου μεν, ενόσω δε πλήττονταν τα ζωτικά δικαιώματα και συμφέροντα της χώρας δε.

Όποιος, κατά απόλυτη εξαίρεση κόντρα στο ρεύμα της κυκλοτερούς κατωφερούς σπείρας, μιλούσε, αντιμετώπιζε μακιαβελικούς μηχανισμούς προπαγάνδας και συσκότισης της ενημέρωσης των Ελλήνων πολιτών και τα βασιβουζούκικα (χαλασμένα κεφάλια) ανώνυμων τρόλ, με τακτική την απομόνωση και απαξίωση των προειδοποιητικών φωνών.

Όμως ο εχθρός δεν ήταν όσοι προσπαθούσαν και τολμούσαν στο άθλιο και ιδιοτελώς καλλιεργούμενο αυτό κλίμα, με τον εχθρό προ των πυλών, να προειδοποιήσουν  και να αναδείξουν τις πραγματικές επιπτώσεις των τουρκικών ενεργειών στα ζωτικά εθνικά συμφέροντα και τη διεθνή θέση της χώρας.

Αντίθετα ο κομματισμός και η ιδιοτελής και καταστροφική παραγνώριση της αυτονόητης βασικής αρχής για κάθε κράτος που θέλει να επιβιώσει, αυτή της συνέχειας του κράτους και των πολιτικών του απεμπολίστηκαν στα πλαίσια της αισχρής θεωρίας του εσωτερικού εχθρού.

Κατόπιν η αδήριτη πραγματικότητα έκανε τρομακτική την εμφάνιση της :  η αποδόμηση των ζωτικών δικαιωμάτων και συμφερόντων της χώρας, η αμφισβήτηση της κυριαρχίας της  ως της μόνης χώρας στην περιφέρεια της Ανατολικής Μεσογείου που δεν είχε, εν τοις πράγμασι, δικαιώματα σε θαλάσσιες ζώνες .

Το τίμημα είναι βαρύ:

  • Βεβιασμένες εντός δύο μηνών και υπό το κράτος πανικού της πλήρους αμφισβήτησης των θαλασσίων ζωνών και κυριαρχίας της χώρας, συμφωνίες τμηματικών οριοθετήσεων ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Ιταλίας και Αιγύπτου και με τις πληγές που αφήνουν στην πάγια Ελληνική θέση της πλήρους επήρειας των Ελληνικών νησιών ακόμη και της Κρήτης.
  • Πλήρη αποθράσυνση της Τουρκίας να επιχειρεί στο «πεδίο», απειλώντας την Ελλάδα με πόλεμο και σύροντας την  στο τραπέζι «διαπραγματεύσεων» εφ όλης της ύλης των τουρκικών διεκδικήσεων για να επιβάλλει τις πειρατικές απαιτήσεις της

Η περαιτέρω ενίσχυση τριμερών συνεννοήσεων και στρατηγικών σχέσεων με τους πραγματικούς δρώντες στην περιοχή (οι οποίοι καλούνται να κατανοήσουν το βάθος του αναθεωρητισμού της Τουρκία και τον αντιμετωπίσουν «κατάλληλα»), πρωτοβουλιών που αποκαλύπτουν τον ακραίο αναθεωρητισμό της Τουρκίας στην διεθνή κοινότητα, άμεση ενίσχυση της αποτρεπτικής δύναμης της χώρας, επαναφορά και ανάπτυξη πρωτοβουλιών που αυξάνουν την «χωρητικότητα» της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, συμάζεμα των βασιβουζούκικων προδιαγραφών τρόλ, των άθλιων προπαγανδιστών, αξιοποίηση ΟΛΩΝ των δυνάμεων του Ελληνισμού πριν είναι πολύ αργά. Οι ευθύνες είναι μεγάλες και πρέπει να αρθούμε στο ύψος των περιστάσεων.

Η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη από την ιστορία της να μην καταστεί ένα μη κανονικό κράτος και φιλανδοποιηθεί, αντιμετωπίζοντας την σοβαρότερη ελληνοτουρκική κρίση από το 1974, λίγες ημέρες πριν την θλιβερή επέτειο της δεύτερης εισβολής στην Κύπρο (14 Αυγούστου 1974), με την αξιόπιστη και αξιόμαχη αποτρεπτική δύναμη του ελληνικού στρατού και τον ελληνικό λαό αποφασισμένο. 

Διονύσης Παντής, Δικηγόρος στον Άρειο Πάγο


Το Αρθρο αυτό δημοσιεύτηκε στο militaire.gr στις 13.8.2020

NET24 02.02.2021

NET24 02.02.2021 από το 1 10' 33΄΄με τους
 Βασίλη Ταλαμάγκα & Αμαλία Κάτζου για τις Διερευνητικές Επαφές, την Πολυμερή Διάσκεψη για Αν. Μεσόγειο, την οικονομική κρίση & την απελπισία στην αγορά, την ανάγκη συμπαράσταση σύμπαντος του  Ελληνισμού στην Κύπρο ενόψει και Πενταμερών και αρκετά άλλα για τα οποία δέον όπως μεταβείτε στο σχετικό βίντεο. 

Ο Ελληνισμός μπροστά στον σύγχρονο Τουρκοϊσλαμισμό

Άρθρο δημοσιευμένο στο έγκυρο militaire.gr με θέμα: «Ο Ελληνισμός μπροστά στον σύγχρονο Τουρκοϊσλαμισμό".

Γράφει ο

Διονύσης Παντής, Δικηγόρος  στον Αρειο Πάγο

Η επιθετικότητα και ο αναθεωρητισμός της Ισλαμικής Τουρκίας απογειώθηκαν μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του 2016.

Ανεξάρτητα του αν ο Ερντογάν γνώριζε ή ακόμη περισσότερο εάν ενορχήστρωσε από το σκοτεινό παρασκήνιο των μυστικών υπηρεσιών το αποτυχημένο (;) πραξικόπημα (Αμπντουλάχ Μποζκούρτ, Nordic Monitor) για να επιφέρει ένα κυριολεκτικά θανατηφόρο «τελικό» χτύπημα στους αντιπάλους του του «κοσμικού» κράτους και των φιλοδυτικών- φιλοαμερικανικών δικτύων στην χώρα, ένα είναι το σίγουρο:

Μετά την νίκη του επί του κεμαλικού κατεστημένου είχε μόνον ένα εμπόδιο. Ένα εμπόδιο που μπορούσε να ενεργοποιηθεί εναντίον του και εναντίο του AKP ανά πάσα στιγμή για να αποτρέψει   το ξεδίπλωμα της αυθεντικής τουρκοϊσλαμικής πολιτικής του: τα φιλοδυτικά/φιλοαμερικανικά δίκτυα στον στρατό, την κοινωνία, την εκπαίδευση, τη δημόσια διοίκηση και την δικαιοσύνη.

Το δίκτυα αυτά περιελάμβαναν μεν εναπομείναντα κεμαλικά υπολείμματα, ιδίως στον στρατό, αλλά το κύριο σώμα τους αποτελούνταν από νέες δομές δικτύων που εν πολλοίς αντικατέστησαν τα κεμαλικά: φιλοαμερικανικές θρησκευτικές ισλαμικές κοινότητες ιδίως του κινήματος Γκιουλέν.

Το ειρωνικό, μέσα σε αυτές τις τραγικές και σκοτεινές ιστορίες που δείχνουν τις έντονες και βαθιές διεργασίες που συνέβαιναν και συμβαίνουν στην Τουρκία, είναι ότι όλα αυτά τα δίκτυα αναπτύχθηκαν από τον ίδιο το Ερντογάν και τη μορφή που έλαβε το τουρκικό ισλαμικό κίνημα με το  AKP, δίνοντας τους την πολιτική κάλυψη και προστασία για την ανάπτυξη τους.

Βέβαια, για κάποιον προσεκτικό παρατηρητή, ερωτηματικά δημιουργούσε το γεγονός ότι, οι δομές αυτές δεν δημιουργούνταν από και μέσα στα υπάρχοντα ισλαμικά τάγματα σούφικης προέλευσης που αποτελούσαν τον μυστικό (και μυστικιστικό) χώρο όπου παράχθηκε η ιδεολογία και η στρατηγική του ΑΚP (και εν γένει τουρκικού ισλαμισμού και πριν το AKP) και μέσω των οποίων γίνονταν και η στρατολόγηση και ιδεολογικόθρησκευτική εκπαίδευση των στελεχών του  (και των προηγούμενων ισλαμικών κομμάτων) αλλά έξω από αυτά .

Αυτές οι δομές και τα δίκτυα ήταν το άλλοθι  του AKP για την διάλυση των φιλοδυτικών –φιλοαμερικανικών κεφαλικών δομών αλλά και η υποτιθέμενη «εγγύηση» για την φαινόμενη φιλοδυτική – φιλοαμερικανική πολιτική του AKP.

Οι Αμερικανοί έμειναν ευχαριστημένοι από την εξέλιξη αυτή ίσως και επειδή τους ήταν γνώριμη η λειτουργία παρόμοιων θρησκευτικών δικτύων από την προτεσταντική – Ευαγγελική κοινοτική τους παράδοση.

Το τουρκικό ισλαμικό κίνημα, στην εξέλιξη του στην AKP του μορφή, προσεκτικά ενέταξε στην πολιτική στρατηγική του θεσμικές μεταρρυθμίσεις και αλλαγές αμερικανικής «προέλευσης» όπως : 1) προσαρμογή του τουρκικού πολιτικού συστήματος στο αμερικανικό προεδρικό σύστημα, 2)  αντικατάσταση της ευρωπαϊκής (γαλλικής) αρχής της «κοσμικότητας»   (ένα από τα κεμαλικά «βέλη») με τον αμερικανικό σεκιουλαρισμό , 3) Ο έντονος αντικομουνισμός, οι δηλώσεις και ρητορεία πίστης στην δημοκρατία με την ισλαμιστική εξίσωση ότι «Ισλάμ = πραγματική δημοκρατία», η θρησκεία είναι το θεμέλιο του κράτους και του ατόμου  (όλα όπως .. η συντηρητική Αμερική).

Στην οικονομία από το 1987 με πρωθυπουργό τον Τουργκούτ Οζάλ, το ισλαμικό κίνημα υιοθετεί τον νεοφιλελευθερισμό.

Ο νεοφιλελευθερισμός αποτέλεσε πράγματι την ιδανική ευκαιρία για τους Τούρκους Ισλαμιστές, αφού (εκτός του ότι άρεσε στους Αμερικανούς) 1. ήταν το ικανό και αναγκαίο εργαλείο οικονομικής πολιτικής εναντίον του κρατικοκαπιταλιστικού κεμαλικού οικονομικού μοντέλου όπου το κράτος, με αιχμή του δόρατος τον στρατό, είχε την κυρίαρχη θέση, 2. βοηθούσε την ανάδυση του (ισλαμικού) κεφαλαίου της ανατολής στην οικονομία, 3. ενέτασσε τις τουρκικές επιχειρήσεις του αναδυόμενου «καταπιεσμένου» κεφαλαίου της ανατολής στο παγκόσμιο χρηματοοικονομικό σύστημα και αγορά, εξασφαλίζοντας τους τις  αναγκαίες πιστώσεις για την ανάπτυξη του, ενώ ταυτόχρονα 4. εξυπηρετούσε το ισλαμικό σχέδιο ανάπτυξης της τουρκικής οικονομίας και της ισλαμικής αγοράς και κατανάλωσης, με στόχο την απεξάρτηση από την αποικιοκρατική χριστιανική δύση, εξάρτηση στην οποία έβλεπαν ως αιτία της τουρκικής παρακμής και όλων τους των κακοδαιμονιών .

Οι Αμερικανοί έμειναν ευχαριστημένοι από τις (μελετημένες σε βάθος από τους ισλαμιστές) εξελίξεις και πολιτικές αυτές, τους εμπιστεύτηκαν και συναίνεσαν – έστω σιωπηρά – στην πολιτική «αντικατάσταση» των κεμαλιστών από τους «επιχειρηματίες» και συντηριτικούς ισλαμιστές .

Τους χαροποιούσε και εφησύχαζε η τουρκική προτίμηση στο «ανώτερο» αμερικανικό πολιτικό σύστημα και η ανυπομονησία τους για «δουλειές».

Ανεξάρτητα λοιπόν από την «σκοτεινή» εμπλοκή του ή όχι στο πραξικόπημα τα φιλοδυτικά – φιλοαμερικανικά δίκτυα ήταν πλέον το τελευταίο εμπόδιο για την απελευθέρωση της «αυθεντικής» τουρκοισλαμικής ψυχής που συμπληρωματικά συγκεράζει σε ένα ιδιαίτερα εκρηκτικό μείγμα την επιθετικότητα της νομαδικής τουρκικής φυλής  και του ισλαμισμού.

Η ολοκληρωτική και υποδηλώνουσα ένα πολύ μελετημένο σχεδιασμό εξολόθρευσης των δικτύων αυτών (τελευταίων απομειναριών της αποικιοκρατικής εξάρτησης πριν την ισλαμική αναγέννηση του έθνους –milliet-), δεν μπορεί να έλαβε χώρα χωρίς να προϋπήρχε και περίμενε (;)  μόνον μία αφορμή για το ξεδίπλωμα του, αφορμή η οποία και δεν άργησε να βρεθεί με το πραξικόπημα …

Συνακόλουθα μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα η επιρροή του αποτρεπτικού δυτικού παράγοντα και των εσωτερικών δικτύων του για την ανασύσταση του τουρκοϊσλαμικού οθωμανικού μεγαλείου του παρελθόντος ελαχιστοποιήθηκε. Το καθεστώς φρόντισε άλλωστε να υποδείξει ως υπεύθυνο για το πραξικόπημα πάλι την Δύση.

Ο ισλαμικός / τουρκικός αναθεωρητισμός πλέον αναδύεται ανεμπόδιστος, ατόφιος, απροσχημάτιστος, με μία (τουρκοισλαμική) καθαρότητα γνώριμη από την επαναστατική και προεπαναστατική μας ιστορία.

Ετσι η Συνθήκη της Λωζάννης είναι απόρροια της μαύρης, οδυνηρής  εποχής της εξάρτησης της Τουρκίας από την Χριστιανική Δύση και του κεμαλισμού και πρέπει να αναθεωρηθεί. Αντίθετα, το ισλαμικό οθωμανικό παρελθόν είναι αυτό της «καρδιάς» τους, ένα παρελθόν που όχι μόνον αναπολούν αλλά αναθεωρητικά και στρατηγικά επιδιώκουν την αποκατάσταση του παντού: από την περιοχή του Καυκάσου (Αρμενία – Αζερμπαϊτζάν) στην αραβική χερσόνησο (ΙΡΑΚ, ΚΑΤΑΡ), στην ανατολική και κεντρική μουσουλμανική Αφρική (μέσω «εκπαίδευσης» και οικονομίας πχ Σουδάν), στην Βόρεια Αφρική (στην Αίγυπτο μέσω της μουσουλμανικής αδελφότητας, στην Τυνησία μέσω του μετριοπαθούς φιλοτουρκικού ισλαμισμού, στην Λιβύη μέσω του τουρκολίβυου Σαράτζ), στα Βαλκάνια (εκμεταλλευόμενη τις τουρκοϊσλαμικές μειονότητες Βουλγαρία και Ερζεγοβίνη και τις προβληματικές σχέσεις της Ελλάδας με τα Σκόπια, στην Αλβανία, στο Κόσοβο με την «πολιτιστική» θρησκευτική «συγγένεια» ), στην  Συρία, την Παλαιστίνη, την Κίνα (Ουιγούροι), ακόμη και στην ίδια την Ευρώπη με τις τουρκοϊσλαμικές μειονότητες και την εργαλειοποίηση του μεταναστευτικού…

Ο τουρκοϊσλαμικός γεωπολιτικός  αναθεωρητισμός δεν βρίσκει όρια ούτε εντός των ακροτάτων ιστορικών ορίων του πάλαι ποτέ  Ισλαμικού Χαλιφάτου της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η τουρκοϊσλαμική ψυχή κινείται αχαλίνωτη φαντασιακά (γιατί όχι) και πέραν της Βιέννης, (γιατί όχι) και στις πατρογονικές κοιτίδες στην Απω Ανατολή.

Η Δύση, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας,  παρατηρεί ανίκανη να καταλάβει ότι βρισκόμαστε μπροστά σε έναν δομικά επιθετικό – αναθεωρητικό δρώντα, παρότι οι αναλογίες με την Γερμανία του 33 – 39 γίνονται εμφανείς.

Η Τουρκοϊσλαμική επιθετικότητα και πως αντιμετωπίζεται

Οι Τούρκοι Ισλαμιστές είναι προσανατολισμένοι στον δομικό αναθεωρητισμό – επιθετικότητα. Επεμβαίνουν Βόρειο Ιράκ, Σουδάν, βοηθούν τουρκισλαμιστές  ή μουσουλμάνους στον Καύκασο, πολιτικά στην Κίνα (ουιγούροι).

Η επιθετικότητα της Τουρκίας επαναφέρει «παραδοσιακά» ισλαμικά και τουρκικά (Οθωμανικά) χαρακτηριστικά: οι εκφράσεις της γίνονται προσεκτικά μελετημένα, πιέζοντας και προλειαίνοντας επί μακρόν  το έδαφος στο εν δυνάμει μέτωπο μέσω ανορθόδοξων μέσων (τακτική Ακιντσιλαρί), εγκληματικών στοιχείων και παραστρατιωτικών ομάδων που σπέρνουν τον τρόμο, ισοπεδωτικό και διαρκή  ψυχολογικό πόλεμο, εκμετάλλευση στο έπακρον της οικονομικής πίεσης ή επικερδούς προστασίας, προσέγγιση αξιωματούχων, ενίσχυση της διαφθοράς στην περιοχή στόχο (μέσω λαθρεμπορίας και άλλων επικερδών εγκληματικών πράξεων κα).

Όταν εκδηλώνεται η προσχεδιασμένη και κατάλληλα προετοιμασμένη στρατιωτική επέμβαση με τους αρχικά οριοθετημένους στόχους έχουν ήδη διαμορφωθεί οι συνθήκες της στρατιωτικής επιτυχίας με  την συγκέντρωση και διάταξη δυνάμεων που εξασφαλίζουν την επιτυχία στην επιχείρηση και τις σχετικές διευθετήσεις μέσω μυστικών διμερών επαφών με τους πραγματικούς δρώντες (αυτούς με ισχύ και βούληση να χρησιμοποιηθεί, οι υπόλοιποι αγνοούνται). Η στρατιωτική επέμβαση με αλλεπάλληλες προσαρμογές εξαντλεί τις τακτικές δυνατότητες και οριοθετείται διπλωματικά στα πλαίσια και όρια που διαμορφώνουν σχεδόν αποκλειστικά πραγματικοί και μόνον παράγοντες ισχύος τρίτων δρώντων : Παράδειγμα η οριοθέτηση μετά την Τρίτη επέμβαση στην Συρία με την Ρωσία, δυνητικά όπως ίσως δούμε με την Αίγυπτο στο μέτωπο της Ανατολικής Λιβύης, στο Βόρειο Ιράκ με τον Αμερικανικό, σουνιτικό, σιιτικό και κουρδικό παράγοντα πάντα στα όρια των δυνατοτήτων αλλά χωρίς να ξεπεραστεί η γραμμή που μπορεί να καταστήσει την κατατριβή – οικονομική και στρατιωτική- ανεξέλεγκτη.

Με την ελαχιστοποίηση της διακινδύνευσης και τον λεπτομερή επιχειρησιακό σχεδιασμό επιτυγχάνεται : 1. Η εδραίωση του ψυχολογικού  «μύθου» της αήττητης  δύναμης, 2. Ο περιορισμός απωλειών   σε ανεκτό οικονομικό – κοινωνικό – ανθρώπινου δυναμικού – εμπλεκόμενων στρατιωτικών μέσων  επίπεδο (μην ξεχνάμε ότι πρόκειται για μία ανατολικού τύπου, ισλαμική κοινωνία, όπου τα ανεκτά όρια απωλειών είναι διαφορετικά από τα αντίστοιχα δυτικά) , 3. Ο περιορισμός του οικονομικού κόστους καθιστώντας την ίδια την επιχείρηση οικονομικά κερδοφόρα εκμεταλλευόμενη τις πλουτοπαραγωγικές πηγές των περιοχών στόχων (εκεί όπου προβάλλει την ισχύ της) 4. την μεγιστοποίηση των κερδών (εδαφικών οικονομικών κα).

Μετά λοιπόν την τρίτη (1) επέμβαση στην Συρία – εξαναγκάζοντας στην πραγματικότητα τους Αμερικανούς να την ανεχθούν – η Τουρκία οριοθετείται μόνον από την Ρωσική ισχύ στην περιοχή. Κατόπιν προβάλλει την επιθετικότητα της στην Λιβύη.

Το ερώτημα είναι όταν δεν υπάρχει περαιτέρω χώρος επέκτασης στην Λιβύη που θα διοχετευτεί η εγγενής συστημική – ιδεολογική επιθετικότητα; Η απάντηση είναι απλή σύμφωνα με όσα αναφέραμε ήδη : όπου είναι εφικτό. Μπορεί να είναι στο Αιγαίο ή σε περιοχές της Αν. Μεσογείου όπου υπάρχουν συμφέροντα Ελληνικά και Κυπριακά; Η απάντηση πάλι είναι απλή: ναι εάν το κέρδος, ο αντικειμενικός σκοπός προβλέπεται ότι μπορεί να επιτευχθεί με ανεκτό κόστος. Όχι εάν το κόστος θα είναι δυσανάλογα μεγάλο. Μην ξεχνάμε ότι η Τουρκία έχει απεριόριστες φιλοδοξίες, καταρχήν να καταστεί Περιφερειακή Δύναμη. Δεν θα διακινδύνευαν οι τούρκοι ισλαμιστές  τις φιλοδοξίες αυτές καθώς επίσης και  την πολιτική τους  ηγεμονία που γνωρίζουν ότι πολλοί εχθροί αλλά και «φίλοι» καιροφυλακτούν να τους την στερήσουν.

Οι παραπάνω συλλογισμοί δεν αφήνουν καμία αμφιβολία ή φαντασιακού τύπου προσδοκία διατήρησης της ειρήνης με ΚΑΝΕΝΑ άλλο μέσο πλην του μόνου απολύτως κατανοητού και όχι μόνον θα έλεγα από την Τουρκία αλλά και γενικότερα στις μεταψυχροπολεμικές διεθνείς σχέσεις αποτρεπτικού μέσου: αυτής καθεαυτής της ισχύος και εν τέλει της στρατιωτικής ισχύος.

Μόνον η «κλασική» αξιόπιστη  αποτροπή, δηλαδή η δημιουργία πεποίθησης ότι ο επίβουλος θα πληρώσει δυσανάλογο και βαρύ κόστος σε περίπτωση εκτόνωσης της αρπακτικής ιδιοσυγκρασίας του προς τα … εδώ (προς τα ελληνικά κυριαρχικά και ζωτικά συμφέροντα) εξασφαλίζει την ειρήνη. Μόνον η αποτροπή θα εξασφαλίσει την Ειρήνη όπως και στο βαθμό που την εξασφάλισε και μέχρι και σήμερα.

Για να γίνω ακόμη πιο σαφής: σε τελική ανάλυση την πολυπόθητη ειρήνη εξασφαλίζει στον Έλληνα και την Ελληνίδα η αποτρεπτική δύναμη του Ελληνικού Στρατού, ο οποίος έχει σήμερα την ισχύ που χρειάζεται για να λειτουργεί ως αξιόπιστο εργαλείο αποτροπής (αλλιώς μην ανησυχείτε θα το είχαμε … καταλάβει !) και η αποφασιστικότητα της πολιτικής ηγεσίας και κοινωνίας να προασπίσει και διαφυλάξει τα κυριαρχικά μας δικαιώματα χρησιμοποιώντας ΟΛΟΥΣ τους διαθέσιμους παράγοντες ισχύος της χώρας. Έτσι προασπίζεται και η (οι) προσωπική ελευθερία (ελευθερίες). Και ο δικαιωματισμός προϋποθέτει την εθνική κυριαρχία και η εθνική κυριαρχία εξυπηρετεί τον ελληνικό τρόπο ζωής μας που συμπεριλαμβάνει θεμελιωδώς στον κεντρικό του πυρήνα  τα ατομικά, κοινωνικά (ευημερία – βιοσυντήρηση) και πολιτικά (δημοκρατία) μας δικαιώματα. Χρειάζεται κοινωνική συνοχή και  εθνική ενότητα: όχι όπως κάποιοι επανεμφανιζόμενοι μεταμφιεσμένοι πονηροί – αλλά όχι και  έξυπνοι – αντιλαμβάνονται: ως έλλειψη ή «απαγόρευση» διαλόγου για την εθνική στρατηγική ενόψει μιας πραγματικής η τεχνητά διογκωμένης απειλής, αλλά αντίθετα ως δημοκρατική και πατριωτική ευθύνη και υποχρέωση όλων, ως η απολύτως απαραίτητη προϋπόθεση  και για την διαμόρφωση της (απαραίτητης εθνικής στρατηγικής) , αλλά και για την διόρθωση τυχόν σφαλμάτων, αρκεί να γίνεται (ο διάλογος) με παράθεση επιχειρημάτων και ιδίως ΠΡΟΤΑΣΕΩΝ. Οποιος έχει την τόλμη της κριτικής ( μιας ιδιότητας a priori επωφελούς για την δημοκρατική κοινωνία και πολιτεία),  με την παράθεση των προτάσεων που δίνουν απτό περιεχόμενο στις απόψεις του, δίνει την δυνατότητα στους συμπολίτες του, στους οποίους απευθύνεται,  να τις αξιολογήσουν ελέγχοντας τον πραγματισμό του (ή αντίθετα αιθεροβασία του).

Ας θυμηθούμε το πολύ διδακτικό και για τους σημερινούς κυβερνώντες μάθημα του Μονάχου (Διάσκεψη του Μονάχου το 1938 όπου η Γαλλία και Βρετανία επέτρεψαν τη προσάρτηση της Σουδητίας από την χιτλερική Γερμανία υποτιμώντας τις χωρίς όρια «φιλοδοξίες» του Χίτλερ ) από τον απολύτως αρμόδιο να το περιγράψει Ουίνστον Τσώρτσιλ ως “κάποιον που ταΐζει ένα κροκόδειλο, ελπίζοντας ότι θα φαγωθεί τελευταίος.»

Διονύσης Παντής, Δικηγόρος  στον Αρειο Πάγο

 

Ο νίκη του Ερντογάν στις εκλογές της 24ης Ιουνίου 2018 & το νέο «Ανατολικό Ζήτημα»:

Αρθρο μου δημοσιευμένο (2 Ιουλίου 2018) στην φιλόξενη ιστοσελίδα Tribune.gr με αφορμή τις Τουρκικές εκλογές της 24ης Ιουνίου 2018:  

Ο νίκη του Ερντογάν στις εκλογές της 24ης Ιουνίου 2018 και το νέο «Ανατολικό Ζήτημα»

 

24 Ιουνίου 2018 διεξήχθησαν οι πλέον κρίσιμες -από την ίδρυση της- εκλογές στην Τουρκία.

Ο Τουρκικός ισλαμισμός είχε ήδη, αναπόδραστα, μετασχηματίσει το πολιτικό σκηνικό και το πολιτικό σύστημα της γειτονικής χώρας.

Οι αναμετρήσεις του ΑΚΠ με το «παλαιό» του «φιλοδυτικού» κεμαλισμού ήταν συνεχόμενες από την άνοδο στην εξουσία με τις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου 2002.

Η αποτυχία του πραξικοπήματος (απόπειρα) της 15ης-16ης Ιουλίου 2016 έδωσε την δυνατότητα στον πρόεδρο Ερντογάν και στο κυβερνών ισλαμικό ΕΚΠ για το «τελικό χτύπημα»: 1. στο παλαιό καθεστώς (κεμαλισμό) αλλά και 2. τους τελευταίους συμβιβασμούς που ήταν υποχρεωμένοι να κάνουν για να αποκτήσουν και διατηρήσουν την υποστήριξη ή ανοχή της Δύσης.

Η άνετη νίκη του Προέδρου Ερντογάν, με ποσοστά άνω του 50% και χωρίς να χρειαστεί δεύτερος γύρος, μαζί με την επίτευξη κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας ΑΚΠ – Εθνικιστών είναι το αποτέλεσμα του βαθιού αυτού μετασχηματισμού.

Οι απαρχές του ισλαμικού κινήματος (καταρχήν ως ρεύματος σκέψης) έχουν τις ρίζες τους στα τέλη του 19ου αιώνα και τις απαρχές του 20ού, εποχή της βαθιάς παρακμής που η Οθωμανική Αυτοκρατορία βιώνει τραυματικά.

Την περίοδο αυτή διαμορφώνονται, μέσα σε ένα περιβάλλον κρατικής και κοινωνικής παρακμής, εθνικής ταπείνωσης και εξευτελισμού από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής, τέσσερα ρεύματα ιδεολογικής ζύμωσης της κυρίαρχης οθωμανικής μουσουλμανικής τάξης, αλλά που απλώνονται και στους μορφωμένους και προνομιούχους ζιμήδες, δηλαδή χριστιανούς (ορθόδοξους, καθολικούς, Aρμένιους κ.ά.) και Εβραίους (οι λαοί της βίβλου, σύμφωνα με τον ιερό νόμο έχουν κάποιο βαθμό προστασίας προστασία που δεν χαίρουν οι … υπόλοιπες) που ζουν οργανωμένοι, κατά τους Οθωμανικούς θεσμούς, στις θρησκευτικές τους κοινότητες.

Τα ρεύματα σκέψης αυτά, επιχειρηματολογούν για την ιδανική απάντηση στην αποτυχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίαςνα παρακολουθήσει την τεχνολογική και οικονομική πρόοδο της Δύσης, αποτυχία που την οδηγούσε καταφανώς στην αναπόδραστη διαιώνιση της εξάρτισης της και έθετε εμφανώς σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη της (Ανατολικό Ζήτημα).

Το πρώτο ρεύμα –το οποίο ήταν και αυτονόητο– του Τανζιμάτ (αναδιοργάνωση – εκσυγχρονισμός) παρουσίαζε σαν ενδεδειγμένη λύση τον πλήρη εκδυτικισμό της κοινωνίας (άρα και των κρατικών δομών: στρατό, διοίκηση, δικαιοσύνη κλπ) ιδίως δε της οικονομίας.

Οι ουσιαστικά επιβεβλημένες από τις δυτικές δυνάμεις μεταρρυθμίσεις αρχίζουν το 1839 με το αυτοκρατορικό φιρμάνι Χάττ-ι Σερίφ , συμπληρώνονται δε μετέπειτα πχ το 1856 με το Χαττ-ι Χουμαγιούν μέχρι την ανακήρυξη του πρώτου Συντάγματος του 1876.

Η τάση αυτή που η εφαρμογή των αρχών της επιχειρήθηκε πρώτη, αποδέχεται την Δυτική ανωτερότητα και ηγεμονία, έτσι όμως παραγνώρισε την τουρκική και ισλαμική «ψυχή» που αντιδρούσε…

Ως απάντηση αυτής της «ψυχής» εμφανίζονται τα κινήματα του (Παν)Τουρκισμού, του Οθωμανισμού και του Ισλαμισμού, το κάθε ένα προτάσσοντας αντίστοιχα, την τουρκική εθνική/φυλετική καταγωγή (κοιτίδα), την οθωμανική παράδοση ή την ισλαμική θρησκεία, αντίστοιχα.

Ο Τουρκισμός, προσκρούει στο «πρόβλημα», ότι, οι υπήκοοι τουρκικής καταγωγής στην Αυτοκρατορία ήταν ..  μειοψηφία. Γιαυτό λαμβάνει άλλη διάσταση από την ίδρυση της Τουρκικής Δημοκρατίας.

Επίσης 1) εξακολουθούν να παραμένουν τα πολιτιστικά ελλείμματα που οδήγησαν στην παρακμή και 2ον) αδελφικά φύλλα μπορεί να βρεθούν μόνον στην Ασία ενώ το «ενδιαφέρον» στρέφονταν προς την ευημερούσα Ευρώπη.

Αλλά και ο Οθωμανισμός ήταν αλυσιτελής απάντηση στο πρόβλημα ταυτότητας, αφού το πρόβλημα (η Οθωμανική παρακμή), παρουσιάζονταν ως η λύση (προσφυγή στις «αγνές» ασιατικές οθωμανικές φυλετικές αξίες).

Ο Ισλαμισμός όμως, όχι μόνον αντέχει ως τις μέρες μας, αλλά και 100 χρόνια μετά την διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την Ίδρυση του σύγχρονου Τουρκικού κράτους αποτελεί το κυρίαρχο πολιτικό ρεύμα σήμερα στην Τουρκία, έντονα πολιτικά επιθετικό στο εσωτερικό της χώρας και γεωπολιτικά αναθεωρητικό στο εξωτερικό, επαναφέροντας για την Δύση, με άλλους όρους αλλά την ίδια γεωπολιτική αναγκαιότητα, το «Νέο Ανατολικό Ζήτημα».

Τα ρεύματα αυτά δεν εμφανίζονται ποτέ αυτοτελώς, αλλά, εμπεριέχουν, σε διαφορετική δοσολογία, στοιχεία και των υπολοίπων τριών (πχ ο ισλαμισμός του AKP παρότι προτάσσει το ΙΣΛΑΜ ενέχει τον Οθωμανισμό και τον Τουρκισμό αλλά και τον εκδυτικισμό που φαίνεται να αντιστρατεύεται: έτσι μιλάμε για τουρκικό/οθωμανικό /«προτεσταντικό» ΙΣΛΑΜ, ένα Ισλάμ καταναλωτικό, παραδοσιακά επιθετικό στο εξωτερικό, με έμφαση στην εργασία και παραγωγή και στην τεχνολογία, που ζητά την πρωτοκαθεδρία στον Ισλαμικό κόσμο και διαφοροποιείται από το Αραβικό/ Σουνιτικό/ Σαουδαραβικό Ισλάμ όπως και το Ιρανικό/Σιιτικό αλλά και άλλες ισλαμικές παραδόσεις- τουρκισμός - εκσυγχρονισμός).

Από την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αλλά και από τις παλαιότερες παραδόσεις που οι Τούρκοι έφεραν μαζί τους από την γη της ιστορικής τους αφετηρίας, ο ανατολίτικος κρατισμός (ανατολίτικη υποταγή στην φυλετική ομάδα), αποτελούσε βασικό ιδεολογικό συμπλήρωμα και σταθερά.

Ο ιδιότυπος αυτός κρατισμός, που συνδυάστηκε χωρίς δυσκολίεςν αρμονικάν με τα μουσουλμανικά ήθη και θρησκευτικούς κανόνες, διατρέχει και όλα τα παραπάνω πολιτικά κινήματα και ιδεολογικά ρεύματα, δημιουργώντας την αναγκαία «ανθεκτικότητα» της αναζήτησης και οριοθετεί μέχρι και σήμερα τουλάχιστον, στην ένταση της πολιτικής αντιπαράθεσης στην Τουρκία.

Κατά την περίοδο τόσο της ακμής της, όσο και λίγο πριν την κατάρρευση, τα πάντα αναμένονταν από το Οθωμανικό Κράτος: εξασφάλιζε τα πάντα, ακόμη και την διατροφή.

Η «δυνατότητα» βέβαια, να ανταποκρίνεται το Οθωμανικό Κράτος στις ανατολίτικες προσδοκίες των Τούρκων (με φυλετική τουρκική καταγωγή ή εξισλαμισμένων), οφείλονταν κύρια στην «υπεραξία» της «δουλειάς» των «ραγιάδων» (μη μουσουλμάνων).

Το κράτος λοιπόν είναι το απόλυτο φετίχ: Κράτος Πατέρας – Αφέντης, Κράτος – Τιμωρός και Ιερό Κράτος.

Ο Δυτικός εκσυγχρονισμός που επιχειρήθηκε στα ύστερα χρόνια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (με το Τανζιμάτ Φερμάνι – Tanzimat Fermani – του 1839 αλλά και άλλα αυτοκρατορικά φιρμάνια προγενέστερα ή μεταγενέστερα όπως είπαμε), ήταν ταυτόχρονα εξαναγκασμένος και άπελπις.

Η καθολική δυτική υπεροχή σε όλους τους τομείς (στην παραγωγή, τεχνολογία, οικονομία, ιδεολογία) και οι βαθιές κοινωνικές και πολιτισμικές αιτίες της Οθωμανικής «αδυναμίας» (ο «Μεγάλος Ασθενής»), σε μία κατεξοχήν συντηρητική κοινωνία ανατολικού τύπου και παρά το γεγονός ότι οι εξωτερικές πιέσεις για την υιοθέτηση των μεταρρυθμίσεων αυτών ήταν ασφυκτικές - προερχόμενες ιδίως από την Αγγλία ως του κύριου φορέα του οικονομικού φιλελευθερισμού της εποχής (ίσως και εξαιτίας και αυτών των πιέσεων) - δεν άφηναν περιθώρια στον βίαια επιχειρούμενο «εκσυγχρονισμό» (εκδυτικισμό εν προκειμένω) να επιτύχει και εξασφαλίσει την επιβίωση της άρρωστης Αυτοκρατορίας.

Αντίθετα, ο Ισλαμισμός, προτάσσει ως αιτία της μακροχρόνιας κρίσης, την απομάκρυνση από τους κανόνες του Ισλάμ και ως λύση το πολιτικό Ισλάμ, δηλαδή την κατάφαση ότι «μπορούμε να αντιμετωπίσουμε τους διαρκώς ακόρεστους δυτικούς με το Ισλάμ».

Ο Ισλαμισμός στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όπως αυτός διαμορφώνονταν ιδίως μέσα από τα ισλαμικά τάγματα, είχε ως βάση του, την πεποίθηση ότι οι έννοιες του Ισλάμ αφενός και της οικονομικής και τεχνολογικής προόδου αφετέρου, δεν είναι ασύμβατες.

Το αντίθετο μάλιστα: το Ισλάμ διαμορφώνει τις εσωτερικές αυτές προϋποθέσεις και πειθαρχία που είναι απολύτως απαραίτητες για την συγκροτημένη οικονομική πρόοδο, την καλλιέργεια της κουλτούρας της εργασίας και της επιχειρηματικότητας, την ισλαμική παραγωγή, την ισλαμική κατανάλωση και επιχειρηματικότητα εν προκειμένω, που προάγει ταυτόχρονα το Ισλάμ ή ακόμη με μια πιο προωθημένη σκέψη, που είναι ο μόνος τρόπος για την προαγωγή, διατήρηση και εν τέλει, κυριαρχία του Ισλάμ, στον σύγχρονο κόσμο.

Η έμμεση δυτική επιρροή είναι εμφανής. Πρόκειται πλέον για ένα «προτεσταντικό» (ηθική της εργασίας και επιχειρηματικότητας) και ταυτόχρονα οθωμανικό/τουρκικό Ισλάμ.

Το πολιτικό αυτό κίνημα (τουρκικός/οθωμανικός/προτεσταντικός ισλαμισμός), με τις «περίεργες» οικονομικές του απόψεις, εκφράστηκε στα πλαίσια του «σύγχρονου» Τουρκικού κράτους, ήδη από την Πρώτη Τουρκική Εθνοσυνέλευση της 23ης Απριλίου 1920, ως μία πρώτη μορφή «αντιπολίτευσης» στον Κεμάλ Μουσταφά (μετά Ατατούρκ).

Αυτός είναι και ο λόγος που καθιερώθηκε έκτοτε ως η «Δεύτερη Ομάδα» – με Πρώτη Ομάδα βέβαια αυτή του Κεμάλ και των υποστηρικτών του – παρότι τότε, δεν παρουσιάστηκε –τότε- ως μία οργανωμένη άποψη με την μορφή ενός πολιτικού μπλοκ.

Πράγματι, η Δεύτερη Ομάδα δεν παρουσίαζε ενιαία έκφραση, εντούτοις εξέφρασε ένα σύνολο θέσεων -συχνά και με ατομικούς χρωματισμούς-, όπως: κατάφαση στον οικονομικό φιλελευθερισμό, τα ανθρώπινα δικαιώματα (ιδίως αυτού της θρησκευτικής ελευθερίας και της ελευθερίας συνείδησης ίσως και εκ του λόγου ότι αισθάνονταν ότι η θρησκευτική έκφραση έμελλε να «περιοριστεί» στη νέα κεμαλική Τουρκία), της Δημοκρατίας (που εμπεριέχει στην σκέψη τους τις έννοιες της θρησκείας και της πίστης), της ανάγκης η Τουρκία να βρει την θέση που της «αξίζει» στην παγκόσμια οικονομία.

Ταυτόχρονα εναντιώθηκε στις Κεμαλικές ιδέες, μεταξύ άλλων, τασσόμενη υπέρ της διατήρησης του θεσμού του Χαλίφη !

Στα πλαίσια της αρχής της «κοσμικότητας» (βασικής αρχής ή … εκ των … βελών … του Κεμαλισμού), η θρησκεία περιθωριοποιήθηκε και αποκλείστηκε από τις βασικές κρατικές λειτουργίες πχ από την εκπαίδευση, την δικαιοσύνη κα.

Τα ισλαμικά τάγματα που λειτουργούσαν στα πλαίσια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στο νέο τουρκικό κράτος δεν χωρούσαν: στην καλύτερη περίπτωση περιθωριοποιήθηκαν (αν δεν κυνηγήθηκαν), πολλά μέλη τους αναγκάστηκαν να μετακινηθούν προς τα Βαλκάνια. Το Λαϊκό κόμμα κατηγορήθηκε ως «άθεο» κόμμα.

Η Δεύτερη ομάδα δεν είχε την «τύχη» να βρει έκφραση στις επόμενες συνελεύσεις.

Η επικράτηση του κεμαλισμού ήταν εκεί απόλυτη και οι αμέσως επόμενες της πρώτης συνέλευσης ήταν μονοκομματικές.

Εντούτοις, η ισλαμιστική πολιτική άποψη έμεινε ζωντανή, για να επανέλθει με προσεκτικά βήματα την δεκαετία του 50 με την εισαγωγή του πολυκομματισμού (Μεντερές).

Και όχι μόνον διατηρήθηκε ζωντανή αλλά 90 χρόνια μετά την πρώτη συνέλευση, κατορθώνει να κυριαρχήσει, μέσω του ιδεολογικού της απογόνου: του ΑΚΡ (Adaletve Kalkinma Partisi – AKΠ Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης).

Η πρώτη «ανάσα» για το πολιτικό Ισλάμ δόθηκε με την υιοθέτηση του πολυκομματισμού και στην Τουρκία το 1946.

Αρχικά, δοκιμάσθηκε η πολιτική επιρροή των ισλαμικών ταγμάτων (που με πάρα πολλούς τρόπους πριν διώχθηκαν), να εκφραστεί, μέσα από το Δημοκρατικό Κόμμα του Μεντερές που αναζητούσε ψήφους (μεταξύ των οποίων και τις … ισλαμικές).

Η ανάγκη των –ισλαμικών- ψήφων, οδήγησε στο νέρωμα του «αθεϊκού κρασιού», προς χάριν των ισλαμικών ταγμάτων, κρυφών και φανερών.

Κατόπιν, με την ίδρυση αμιγώς ισλαμικών συντηρητικών κομμάτων, στα πλαίσια της ήδη διαμορφωμένης – εντός κάποιων εκ των ταγμάτων – «Θρησκευτικής Άποψης», παρουσιάζεται η πρώτη «δημοκρατική» ταυτότητα του τουρκικού ισλαμισμού, συμπληρωματικά του οικονομικού φιλελευθερισμού (στο μέλλον η ισλαμιστική ταυτότητα υπό την πίεση των συνεχών δικαστικών και άλλων διώξεων ή .. αυτοβούλως, θα συμπληρωθεί και από τον –«φιλο-ευρωπαϊσμό») .

Η ισλαμιστική πολιτική ταυτότητα (Ισλάμ – δημοκρατία – οικονομικός ισλαμικός φιλελευθερισμός – «ευρωπαϊσμός» – θρησκευτική ελευθερία) διαμορφώθηκε λοιπόν μέσω του κινήματος της Θρησκευτικής Άποψης (Milli Gorus).

Κύριος εκφραστής του κινήματος υπήρξε ο Ερμπακάν.

Σύμφωνα με το κίνημα της Θρησκευτικής Άποψης η μίμηση των ξένων –δυτικών αλλά όχι μόνο – προτύπων έχει ως φυσικό αποτέλεσμα την αναπόφευκτη κατάρρευση.

Η μόνη διέξοδος αποφαίνεται ότι είναι, η ίδρυση ενός «ευνομούμενου κράτους» - εννοείται ισλαμικού.

Αναφερόμενοι, οι υποστηρικτές της Θρησκευτικής Άποψης όμως, στην ίδρυση ενός νέου «ευνομούμενου κράτους», δεν στρέφονται ευθέως και μετωπικά εναντίον της Κεμαλικής Τουρκίας, του κεμαλικού κράτους, το οποίο, όπως είδαμε, θεωρούν ιερό τουρκικό κράτος- πατέρα, αλλά, εννοούν και ευνοούν την μεθοδική, υπομονετική (ισλαμική θρησκευτική υπομονή), πολιτική επικράτηση και δημιουργία του οριστικά νέου ισλαμικού κράτους, μέσω της «ειρηνικής» -αλλά αποφασιστικής- μετατροπής του κεμαλικού σε ισλαμικό κράτος.

Σημειωτέον είναι ότι, οι συνταγματικές μεταρρυθμίσεις που εισηγήθηκε και σε μεγάλο ποσοστό προχώρησε ο Ερντογάν και το ΑΚΡ, είχαν ήδη αποφασιστεί από την εποχή του Ερμπακάν και της Θρησκευτικής Άποψης (με κύρια την εισαγωγή του Προεδρικού Μοντέλου, η σημασία του οποίου για το ισλαμικό πολιτικό σχέδιο είναι μεγάλη …, έπεται δε η μετατροπή του τόσο χρήσιμου για την ανάπτυξη του ισλαμικού κινήματος πολυκομματικού συστήματος σε δικομματικό –κατά τα αμερικανικά επίσης πρότυπα).

Από το ισλαμικό αυτό κίνημα (ισλαμιστικό) και μέχρι την επικράτηση του Ερντογάν στην νέα αναθεωρημένη Προεδρία, προέκυψαν διάφορα ισλαμικά κόμματα: το ΜΝΡ (Milli Nizam Partisi) που ίδρυσε ο Ερμπακάν το 1970 στο …. Μαντζικέρτ (!) και είναι ένα από τα πολλά ισλαμικά κόμματα που έκλεισαν με απόφαση του Συνταγματικού Δικαστηρίου μόλις ένα έτος μετά την ίδρυση του.

To Milli Salamet Partisi (MSP) -Κόμμα Θρησκευτικής Σωτηρίας – που ιδρύθηκε το 1972 και το οποίο αποτέλεσε εταίρο του λεγόμενου Εθνικιστικού Μετώπου που ανέλαβε και την εξουσία έως ότου το … διαδέχθηκε η χούντα της 12ης Σεπτεμβρίου 1980 ….

Το Refah Partisi (Κόμμα της Ελευθερίας), την ηγεσία του οποίου ανέλαβε ο Ερμπακάν το 1987 και το οποίο αναρριχήθηκε στην κυβέρνηση το 1996 για να απαγορευτεί ξανά από το Συνταγματικό Δικαστήριο και να φτάσουμε στην  ίδρυση του ΑΚΠ (Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης δηλαδή … Ισλάμ και Ανάπτυξη) του Προέδρου Ερντογάν που επιφέρει εν τέλει την πολιτική μετατροπή.

Διονύσης Παντής, Δικηγόρος στον Άρειο Πάγο

Ο άρθρο αυτό δημοσιεύτηκε σε πρώτη του μορφή στις 2 Ιουλίου 2018 στο Tribune . gr




Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου